κιβδηλία


κιβδηλία
κιβδηλίᾱ , κιβδηλία
adulteration
fem nom/voc/acc dual
κιβδηλίᾱ , κιβδηλία
adulteration
fem nom/voc sg (attic doric aeolic)
κιβδηλίᾱ , κιβδηλιάω
look like adulterated gold
pres imperat act 2nd sg
κιβδηλίᾱ , κιβδηλιάω
look like adulterated gold
imperf ind act 3rd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κιβδηλία — η 1. ηιδιότητα του κίβδηλου, πλαστότητα, νοθεία: Πιάστηκε για κιβδηλία χαρτονομισμάτων. 2. δολιότητα του χαρακτήρα, ανειλικρίνεια: Η κιβδηλία του δεν έχει όρια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κιβδηλία — η (ΑΜ κιβδηλία, Α ιων. τ. κιβδηλίη) βλ. κιβδηλεία …   Dictionary of Greek

  • κιβδηλίας — κιβδηλίᾱς , κιβδηλία adulteration fem acc pl κιβδηλίᾱς , κιβδηλία adulteration fem gen sg (attic doric aeolic) κιβδηλίᾱς , κιβδηλιάω look like adulterated gold imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κιβδηλίαν — κιβδηλίᾱν , κιβδηλία adulteration fem acc sg (attic doric aeolic) κιβδηλίᾱν , κιβδηλιάω look like adulterated gold imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) κιβδηλίᾱν , κιβδηλιάω look like adulterated gold imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κιβδηλιᾶν — κιβδηλία adulteration fem gen pl (doric aeolic) κιβδηλιάω look like adulterated gold pres part act masc voc sg (doric aeolic) κιβδηλιάω look like adulterated gold pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) κιβδηλιάω look like adulterated… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κιβδηλίαις — κιβδηλία adulteration fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κιβδηλίης — κιβδηλία adulteration fem gen sg (epic ionic) κιβδηλιάω look like adulterated gold imperf ind act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραχάραξη — Η παραποίηση ή η νόθευση νομίσματος, χάρτινου ή μεταλλικού, με σκοπό να τεθεί σε κυκλοφορία ως γνήσιο, καθώς και η προμήθεια ενός τέτοιου παραποιημένου ή νοθευμένου νομίσματος για τον ίδιο σκοπό. Κατά την ελληνική νομοθεσία, το αδίκημα τιμωρείται …   Dictionary of Greek

  • κίβδηλος — η, ο (ΑΜ κίβδηλος, ον) 1. (για ευγενή μέταλλα και για νομίσματα που προήλθαν από αυτά) νοθευμένος με ευτελή μέταλλα, κάλπικος, παραχαραγμένος, παραποιημένος («χρυσοῡ κιβδήλοιο καὶ ἀργύρου», Θέογν.) 2. μτφ. δόλιος, ανειλικρινής, ψεύτικος, απατηλός …   Dictionary of Greek

  • κιβδηλεία — Η ελάττωση της εσωτερικής αξίας μεταλλικού νομίσματος με οποιονδήποτε μηχανικό ή χημικό τρόπο (περικοπή, διάτρηση, ρίνισμα κλπ.). Χαρακτηριστικό της κ. είναι ότι επιφέρει μείωση της αξίας της ύλης που περιέχεται στο νόμισμα, χωρίς όμως να θίγει… …   Dictionary of Greek